διατομή

διατομή, ,
A cutting through, severance, A.Th.934 (lyr., pl., dub.), Ael.NA13.20.
II sharp edge, ὀδόντων ib.1.31.
III hole, perforation, in a pipe, D.S.2.10.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διατομῇ — διατομή cutting through fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατομή — cutting through fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατομή — η (AM διατομή) [διατέμνω] η διαίρεση στα δύο, διαχωρισμός, διχοτόμηση νεοελλ. φρ. 1. «διατομή μυός, πτώματος κ.λπ.» το να ανοιχθεί με χειρουργικό εργαλείο από το ένα άκρο ώς το άλλο 2. «διατομή θυρεού» διαίρεση τού θυρεού σε μέρη με γραμμή 3.… …   Dictionary of Greek

  • διατομή — η το σχήμα της κάθετης τομής ενός στερεού σώματος: Η παράσταση εικόνιζε τη διατομή ενός οχυρώματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διατομαῖς — διατομή cutting through fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατομαί — διατομή cutting through fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατομῆς — διατομή cutting through fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατομήν — διατομή cutting through fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντοχή — Η δύναμη του υλικού σώματος να αντιστέκεται σε ενέργειες που μπορούν να αλλάξουν τη μορφή ή τη σύστασή του. α., διηλεκτρική. Η διηλεκτρική α. είναι η μέγιστη τιμή της διαφοράς δυναμικού (τάσης), η οποία μπορεί να εφαρμοστεί μεταξύ δύο αγωγών,… …   Dictionary of Greek

  • ιμάντας — Όργανο σε σχήμα ατέρμονης ταινίας, το οποίο χρησιμοποιείται για να μεταδίδει την περιστροφική κίνηση από έναν άξονα σε έναν άλλο. Για τον σκοπό αυτό, o ι. αναπτύσσει τριβή πάνω σε τροχαλίες που συνδέονται σταθερά με τους άξονες. Η κινητήρια… …   Dictionary of Greek

  • αντίδραση — Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζονται οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που σε μια δεδομένη ιστορική κατάσταση αντιτάσσονται με τρόπο αδιάλλακτο και απόλυτο στην εξέλιξη και στην πρόοδο του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος μιας χώρας. Επιχειρούν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.